ευέλεγκτος

εὐέλεγκτος, -ον (Α)
1. αυτός που ελέγχεται, που αναιρείται εύκολα
2. αυτός που δοκιμάζεται εύκολα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ελεγκτός (< ελέγχω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐέλεγκτος — easy to refute masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐελεγκτότατα — εὐέλεγκτος easy to refute adverbial superl εὐέλεγκτος easy to refute neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐέλεγκτον — εὐέλεγκτος easy to refute masc/fem acc sg εὐέλεγκτος easy to refute neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐελέγκτοις — εὐέλεγκτος easy to refute masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐελέγκτου — εὐέλεγκτος easy to refute masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐελέγκτων — εὐέλεγκτος easy to refute masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐέλεγκτα — εὐέλεγκτος easy to refute neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐέλεγκτοι — εὐέλεγκτος easy to refute masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευκίνητος — η, ο (ΑΜ εὐκίνητος, ον) 1. αυτός που κινείται εύκολα και γρήγορα, ο γοργοκίνητος («γενόμενον δὲ εὐκίνητον», Πλάτ.) 2. (για πρόσ.) ο ταχύς, ο σβέλτος («τινὰς μὲν τῶν εὐκινήτων πρὸ τοῡ τείχους καὶ τῆς τάφρου περενέβαλε», Πολ.) αρχ. μσν. 1. (για το… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.